28 Μαΐου 2009

Zerkalo (Andrei Tarkovsky, 1975)

Αν ο Μεγάλος Ερωτικός με έκανε να σκεφτώ πως η μουσική μπορεί να σταθεί δίπλα στη ποίηση χωρίς να την αποδομεί, ο Καθρέφτης με έπεισε πως το κινηματογραφικό πανί μπορεί να γεννήσει νέο, γνήσιο ποητικό τόπο. Με την τέταρτη ολοκληρωμένη ταινία του ο Ταρκόφσκι πήγε την έβδομη τέχνη σε μέρη που δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι μπορεί να επισκεφτεί με το όχημα της προσωπικής, σχεδόν βιωματικής έκφρασης του δημιουργού.

Το ονειρικό σύμπαν του Ρώσου σκηνοθέτη απλώνεται γοητευτικά σ' ολόκληρη την εργογραφία του, λιγότερο εξωστρεφές από τα όνειρα που φιλοξενούσαν τις φοβίες του Φελίνι και αναμφίβολα πιο σίγουρο για τον εαυτό του από τα εντυπωσιακά άλματα των ηρώων του Λιντς από την φαντασία στην παράνοια. Η ποιητική του βασίζεται στην τραγικότητα των ηρώων, στους επαναλαμβανόμενους κύκλους της φύσης και της ζωής, στην οικουμενικότητα των θεμάτων που διηγείται και βεβαίως στα υπνωτικά του μονόπλανα που μοιάζουν χωρίς υπερβολή με κινούμενους πίνακες ζωγραφικής, πλαισιωμένα από κομμάτια του Eduard Artemyev (ενίοτε και αγαπημένων του κλασικών).

Στον Καθρέφτη, η ελευθερία έκφρασης του Ταρκόφσκι αγγίζει το απόλυτο σημείο. Η ταινία πραγματεύεται τον βαθύ πυρήνα της θεματολογίας που διαπερνά όλο του το έργο: τη Μνήμη και τον τρόπο που ο άνθρωπος διαχειρίζεται το χρόνο που κυλά αδιάκοπα, όπως το νερό που συναντάμε σε όλες τις ταινίες του. Οι τελευταίες, εφτά όλες κι όλες στο σύνολό τους,[1] είναι στην ουσία μία κινηματογραφική αναζήτηση του χαμένου χρόνου, μία δημιουργική ανάπλαση του παρελθόντος, άποψη που ανέπτυξε και στο βιβλίο Σμιλεύοντας το Χρόνο, ενώ στο ντοκιμαντέρ Tempo di Viaggio δήλωνε ότι ο ίδιος είχε αποκτήσει μία επιλεκτική μνήμη, που του επέτρεπε να θυμάται μόνο εκείνες τις αναμνήσεις που του ήταν ζωτικές.

Βασικός ήρωας είναι ο Αλεξέι, ένας σαραντάχρονος που βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο νεκροκρέβατό του. Ο Καθρέφτης θα πει την ιστορία του -ή καλύτερα, θα μας δείξει αποσπάσματα από διάφορες ιστορίες. Τον ίδιο τον Αλεξέι δεν τον βλέπουμε ποτέ σε αυτή την ηλικία, τον ακούμε όμως για λίγα δευτερόλεπτα (στην προτελευταία σκηνή) να λέει πως το μόνο που ήθελε ήταν “να είναι ευτυχισμένος”. Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η πανέμορφη Margarita Terekhova, η οποία υποδύεται δύο χαρακτήρες: τη μητέρα του Αλεξέι, Μαρία, αλλά και τη σύζυγό του, Ναταλία. Τον Αλεξέι σε παιδική ηλικία υποδύεται ο Ignat Daniltsev, αλλά ο Ταρκόφσκι, θέλοντας να βυθίσει τη ταινία ακόμη περισσότερο στο δικό της χωρόχρονο, δίνει επίσης διπλό χαρακτήρα στον δωδεκάχρονο: υποδύεται ταυτόχρονα και τον γιο του ζευγαριού Αλεξέι - Ναταλία, ονόματι Ιγκνάτ!

Δεν ήταν εξαρχής στα σχέδιά του να παρουσιάσει έτσι το υλικό του. Είχε αποφασίσει αρκετά χρόνια πριν να ξορκίσει κάποιες αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας γράφοντάς τες στο χαρτί. Όταν τελείωσε την πρώτη εκδοχή του σεναρίου (που είχε τον τίτλο Μία άσπρη, κάτασπρη μέρα), συνειδητοποίησε ότι “από κινηματογραφικής άποψη η σύλληψη δεν ήταν δίολου σαφής. Ήταν απλώς μία αναπόληση, γεμάτη ελεγειακή θλίψη και νοσταλγία [...] Ολοφάνερα κάτι έλειπε, κι αυτό που έλειπε ήταν κρίσιμο”[2]. Αργότερα φλέρταρε έντονα με την ιδέα να αντιπαραβάλλει στις σκηνές της παιδικής ηλικίας αποσπάσματα μίας κανονικής συνέντευξης που θα έπαιρνε από τη μητέρα του. Ευτυχώς κι αυτό το σχέδιο εγκαταλείφθηκε, γιατί “η μετάβαση δεν είχε πειστικότητα -ήταν τεχνητή και μονότονη όσο μία παρτίδα πινγκ-πονγκ”. Τελικά τα πράγματα πήραν το δρόμο τους στο γύρισμα. Τον σκηνοθέτη τον απασχολούσε η σαφής αίσθηση ατμόσφαιρας και η πειστικότητα των προσώπων που θα την ενσάρκωναν. Μόλις είδε την Margarita Terekhova στο πλατό κατάλαβε ότι μέσω αυτής θα διοχετεύονταν όλα στον θεατή. Δύσκολα θα μπορούσε να γίνει καλύτερη επιλογή.

Διακρίνονται τρεις χρονικοί περίοδοι, η προ-πολεμική Ρωσία, τα χρόνια του πολέμου και της μετέπειτα εξέλιξης (έως την δεκαετία του '60), αλλά οι συχνές εναλλαγές της αφήγησης/ονειροπόλησης τελικά καταργούν την οριοθέτησή τους και δημιουργούν ένα οικείο περιβάλλον, όπου χρόνος δεν υπάρχει. Κεντρικό σημείο της αφήγησης είναι το σπίτι που μεγαλώνει ο Αλεξέι. Το κτίσμα αυτό είναι το σπίτι των παιδικών χρόνων του Ταρκόφσκι, το οποίο με τα χρόνια είχε εγκαταλειφθεί και μετατραπεί σε ερείπιο. Ο Ταρκόφσκι έβαλε να το ξαναφτιάξουν όπως φαινόταν στις φωτογραφίες και το ανακαλούσε κι ο ίδιος στις μνήμες του. Όταν η ανακατασκευή ολοκληρώθηκε, φώναξε την μητέρα του στο χώρο των γυρισμάτων και από την αντίδρασή της κατάλαβε ότι “βάδιζε προς τη σωστή κατεύθυνση”.

Η ταινία είναι μία ασύγχρονη ακολουθία αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας του Αλεξέι-Ιγκνάτ-Ταρκόφσκι, ένας ύμνος στην μητέρα-σύζυγο-πραγματική μητέρα του Ταρκόφσκι (εμφανίζεται σε δύο από τις τελευταίες σκηνές στον ρόλο της μητέρας του Αλεξέι) και την απουσία του πατέρα (ο πατέρας του Αλεξέι είναι στρατιώτης στον ΒΠΠ, ο πατέρας του Ιγκνάτ ζει μόνος του μετά το διαζύγιό τους και ο πατέρας του Ταρκόφσκι δεν εμφανίζεται ο ίδιος αλλά απαγγέλει σποραδικά ποιήματά του σε όλη την διάρκεια της ταινίας). Εμβόλιμα σε όλες αυτές τις παράλληλες ιστορίες που γυρίζουν γύρω από το ίδιο κέντρο[3] παρεμβάλλονται ονειρικές σεκάνς, φιλμ προπαγάνδας από τα Επίκαιρα, σκηνές από τον Ισπανικό εμφύλιο, μετερεολογικά μπαλόνια, της Ε.Σ.Σ.Δ., απαγγελία γραμμάτων του Πούσκιν κ.α... Φυσικά, πάνω απ’ όλα είναι η ταινία ενός ετοιμοθάνατου, που νιώθει ένοχος για όλα και ζητά συγχώρεση απ’ τις γυναίκες της ζωής του, πρωτίστως απ’ τη μητέρα του κι έπειτα απ’ την πρώην σύζυγό του.

Μη γελιέστε όμως! Ο Καθρέφτης δεν είναι αυτό που είναι γιατί παρουσιάζει μία απλή ιστορία με πολύπλοκο τρόπο. Ούτε γιατί “περνάει συμβολικά μηνύματα”. Ο Ταρκόφσκι μισούσε θανάσιμα τον συμβολισμό στην τέχνη και τον κατέκρινε όπου στεκόνταν κι όπου βρισκόταν, μαζί με την υποταγή των συναδέλφων του στην κυριαρχία του μοντάζ. (Έλεγε χαρακτηριστικά ότι η ταινία φτιάχνεται στο γύρισμα κι όχι “στο τραπέζι του μοντάζ”. Για τον ίδιο λόγο εγκατέλειπε σταδιακά και την ιδέα του δομημένου σεναρίου.) Ο Καθρέφτης είναι αγνή ποίηση, μία απόλυτα προσωπική δημιουργία που εν τούτοις έχει τη δύναμη να αντανακλά την υποκειμενική ματιά κάθε θεατή, γιατί είναι ζωντανή αλήθεια επί της οθόνης, αλήθειας που τον αφορά.

Ο Ταρκόφσκι είναι γήινος, ανθρωποκεντρικός και εκφραστής συναισθημάτων. Προσεγγίζει τους ήρωές του (και τον κόσμο ολόκληρο) με ευαισθησία και αγάπη, δεν θέλει να διδάξει ούτε να επιπλήξει. Υπενθυμίσει αυτά που βρίσκονται δίπλα μας και αυτά που κρύψαμε μέσα μας. Υπ’ αυτή την έννοια, οι ταινίες του είναι οι πιο απαιτητικές απ’ όσες έχουν γυριστεί ποτέ.

>>Δυσκολεύτηκα αφάνταστα να εξηγήσω σε πολλούς ανθρώπους ότι δεν υπάρχει κρυμμένο, κρυπτογραφημένο νόημα στην ταινία, ότι δεν υπάρχει τίποτα πέρα από την επιθυμία μου να πω την αλήθεια. Συχνά οι διαβεβαιώσεις μου προκαλούσαν δυσπιστία, ακόμα και απογοήτευση. Προφανώς ορισμένοι ήθελαν περισσότερα, χρειάζονταν μυστικά σύμβολα και κρυφά νοήματα. Δεν ήταν συνηθισμένοι στην ποιητική της κινηματογραφικής εικόνας.

>>Ένα μόνο μας έσωσε τελικά: η πίστη, η πεποίθηση ότι, εφόσον το έργο μας ήταν τόσο σημαντικό για μας, ήταν αναμφίβολα σημαντικό και για το κοινό. ‘Ηθελα να διηγηθώ την ιστορία του πόνου που βασανίζει έναν άνθρωπο όταν νιώθει πως δεν μπορεί να ξεπληρώσει τους δικούς του για όσα του έχουν δώσει. Νιώθει ότι δεν τουας αγάπησε αρκετά, κι αυτή η εντύπωση τον βασανίζει.

>>Ο Καθρέφτης δεν ήταν απόπειρα να μιλήσω για τον εαυτό μου. Κάθε άλλο. Αφορούσε τα συναισθήματά μου απέναντι σε αγαπητά μου πρόσωπα, τη σχέση μου μαζί τους, τον μόνιμο οίκτο μου γι’ αυτά, και τη δική μου ανεπάρκεια, το αίσθημα ότι δεν εκπλήρωσα το καθήκον μου...


Ενδιαφέρουσες Ιστοσελίδες


Σημειώσεις

  1. Είναι γνωστό ότι η μόνη ουσιαστική διαφορά που είχε ο Ταρκόφσκι με το καθεστώς της Μόσχας ήταν τα εμπόδια που έπρεπε να ξεπερνά κάθε φορά για να εγκριθούν οι ταινίες του. Αυτό ματαίωσε πολλά του σχέδια που δεν γυρίστηκαν ποτέ, του “χάρισε“ ωστόσο μία αξιοζήλευτη θέση στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς παρέδωσε κατά κοινή ομολογία 7 αριστουργήματα, χωρίς μισή ταινία στο ενεργητικό του που να περνά αδιάφορα.
  2. Όλα τα αποσπάσματα που βρίσκονται σε παρένθεση προέρχονται από το βιβλίο Σμιλεύοντας το Χρόνο του σκηνοθέτη, μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζας, εκδόσεις Νεφέλη (1987).
  3. Και ο Μπόρχες έλεγε ότι σχηματίζουν τελικά το πρόσωπο του αναγνώστη, σαν ένας καθρέφτης.

*Ο Ταρκόφσκι είναι ο ανώτερος όλων! (Ι. Μπέργκμαν)

1 σχόλιο:

  1. Αντρέϊ Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι - Στάνισλαβ Λέμ: «Σολάρις» ή πως η αγάπη επουλώνει τη φθορά του κόσμου

    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2014/01/blog-post_5.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή